Ένας τον έπιασεν ένας κατσικαντάρης και του πε Στούππος γή βόλυμος>. Είπεν του ευτός <Στούππος>. Κι ο κατσικαντάρης εγίνην αλαφρύς σαν το στουππίν κ' ήκατσεν απάνω του και τον επήεν ο άθρωπος 'ς το σπίτιν του. Εκεί τον εδέσασιμ μ'ένα σπαρτόβρουλλον ύστερι του δώκασιν ένασ σιταρικόμ με κουκκιά κι ο κατσικαντάρης όλλην την ημέραν εμέτραν τα κουκκιά. Μα άμα ήφταννε 'ς τα δγυό, τρία δεν έλεγεν μόνον έλεγεν ένα, δγυό, ένα, δγυό, ώς εκεί που ξημέρωσε. Σαν εξημέρωσεν του δώκασιν έναν αυγότσοφλον κ' ήμπεμ μέσα κ'επήε 'ς τημ Μετιλήνην. Σαν έφευγεν ήλεγεν κιόλας <Άρμενα κουππιά κ'εγώ 'ς τον τόπον μου> Άφ τημ Μετιλήνη, μια χρονιάν που δεν έκαμεν το χωργκιό μηδέ στάλλα λάδιν, έστειλεν του ο κατσικντάρης μια στάμνα.
Τόπος Καταγραφής
ΧίοςΧρόνος καταγραφής
1928Πηγή
Σ. Βίου, Λαογραφία 9, (1926-1928) σελ. 225 - 226, Χιακά παραδόσεις, αρ. 57Συλλογέας
Ευρετήριο και είδος πηγής
Λαογραφία, Θ, ΠεριοδικόΤύπος τεκμηρίου
ΠαραδόσειςTEXT